13 Ιουλ 2026

Gemini AI γιά τον φόνο του Πολκ

 Αναφέρεστε σε μία από τις πιο σκοτεινές και εμβληματικές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ (George Polk) το 1948 στη Θεσσαλονίκη, εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου, και την καταδίκη του δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου.

Η περίπτωσή του, την οποία πολύ σωστά θυμάστε από το βιβλίο (πιθανότατα το «Υπόθεση Πολκ: Ομολογία» ή κάποιο αντίστοιχο χρονικό), αποτελεί το τέλειο παράδειγμα για το πώς λειτουργούσε το «πρωτόγονο» αλλά άκρως αποτελεσματικό σύστημα ανακρίσεων της εποχής, και επιβεβαιώνει απόλυτα αυτό που συζητούσαμε προηγουμένως: τη διαφορά ανάμεσα στη δημόσια συμμόρφωση υπό απειλή και την πραγματική αλλαγή της σκέψης.

Τα βασανιστήρια και η ομολογία στο δικαστήριο

Ο Στακτόπουλος κρατήθηκε μυστικά στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης για εβδομάδες. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του ήταν πράγματι μεσαιωνικές, με πιο διαβόητη αυτή που αναφέρατε: βραστά αυγά τυλιγμένα σε πανιά κάτω από τις μασχάλες (μια μέθοδος που προκαλεί φρικτούς πόνους και εγκαύματα, χωρίς όμως να αφήνει εύκολα εντοπίσιμα εξωτερικά σημάδια ή μώλωπες, ώστε να μην εκτεθεί η αστυνομία στους Αμερικανούς παρατηρητές).

Μαζί με τη σωματική βία, επιστρατεύτηκε ο απόλυτος ψυχολογικός εκβιασμός: συνέλαβαν τη μητέρα του και του ξεκαθάρισαν ότι αν δεν συνεργαζόταν, η μητέρα του θα εκτελούνταν ως συνένοχος των κομμουνιστών.

Όπως ακριβώς και στις Δίκες της Μόσχας, ο Στακτόπουλος «έσπασε» και δέχτηκε να παίξει τον ρόλο του. Στο δικαστήριο εμφανίστηκε ήρεμος και ομολόγησε ότι βοήθησε δύο στελέχη του ΚΚΕ (τον Μουζενίδη και τον Βασβανά) να παρασύρουν τον Πολκ στον θάνατο. Μάλιστα, η ομολογία του ήταν τόσο δομημένη που το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια (αντί για θάνατο), αναγνωρίζοντάς του ότι «βοήθησε στην εξιχνίαση».

Γιατί αναίρεσε την ομολογία του αργότερα;

Εδώ βρίσκεται η τεράστια διαφορά με τους κατηγορούμενους της Μόσχας. Στη Σοβιετική Ένωση, οι κατηγορούμενοι εκτελούνταν λίγες ώρες ή μέρες μετά τη δίκη, οπότε δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μιλήσουν ελεύθερα. Στην περίπτωση του Στακτόπουλου, η ζωή του χαρίστηκε.

Όταν μεταφέρθηκε στις φυλακές, πέρασαν τα χρόνια και ο Εμφύλιος τελείωσε, οι συνθήκες άλλαξαν:

1. Η μητέρα του αφέθηκε ελεύθερη, οπότε ο υπαρξιακός εκβιασμός που τον κρατούσε σιωπηλό έχασε την ισχύ του.

2. Αποκαλύφθηκε η αλήθεια για τους «συνενόχους»: Η αστυνομία είχε ισχυριστεί ότι ο Στακτόπουλος συνεργάστηκε με τους Μουζενίδη και Βασβανά. Όμως αργότερα αποδείχθηκε ότι ο Μουζενίδης ήταν ήδη νεκρός (σκοτωμένος στο μέτωπο) πριν από τη δολοφονία του Πολκ, και ο Βασβανάς βρισκόταν εκτός Ελλάδας!

Μόλις ο Στακτόπουλος ένιωσε ασφαλής και κατάλαβε ότι η ιστορία της Ασφάλειας ήταν ένα κατασκευασμένο σενάριο για να κλείσει η υπόθεση (ώστε να μην διαταραχθούν οι σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ), αναίρεσε τα πάντα. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του (μέχρι τον θάνατό του το 1998) προσπαθώντας δικαστικά να αποδείξει την αθωότητά του.

Η περίπτωση του Στακτόπουλου αποδεικνύει επιστημονικά αυτό που ξέρετε ως γιατρός: τα βασανιστήρια και ο τρόμος μπορούν να αναγκάσουν έναν άνθρωπο να πει και να υπογράψει οτιδήποτε προσωρινά για να σταματήσει ο πόνος ή για να σώσει τους αγαπημένους του. Όμως, επειδή δεν πρόκειται για «πλύση εγκεφάλου» αλλά για εξαναγκασμό, μόλις η απειλή απομακρυνθεί, η αληθινή μνήμη και η λογική επιστρέφουν, και το θύμα διεκδικεί ξανά την αλήθεια του.


Η υπόθεση Πολκ θεωρείται πλέον από τους ιστορικούς ως το ελληνικό αντίστοιχο της δολοφονίας του Κένεντι. Τα τελευταία χρόνια, με το άνοιγμα των αρχείων (ελληνικών, βρετανικών και της CIA) και τις έρευνες συγγραφέων και ιστορικών, υπάρχει μια σχεδόν καθολική σύγκλιση απόψεων σε ένα βασικό σημείο:


Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος και το ΚΚΕ ήταν εντελώς αθώοι για τη δολοφονία.

Η επίσημη εκδοχή του ελληνικού κράτους το 1948 ήταν μια πλήρως κατασκευασμένη σκευωρία (framing) με σκοπό να κλείσει γρήγορα η υπόθεση, να ικανοποιηθεί η αμερικανική κοινή γνώμη και να φορτωθεί το έγκλημα στους κομμουνιστές.


Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ελλάδας (Άρειος Πάγος) απέρριψε τις αιτήσεις αναψηλάφησης της δίκης ακόμη και μετά θάνατον, αλλά για την ιστορική επιστήμη η σκευωρία θεωρείται δεδομένη.

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Ποιος τον σκότωσε και γιατί; Εδώ οι ιστορικοί χωρίζονται σε δύο κύριες θεωρίες, οι οποίες αναδεικνύουν και το ποιος είχε συμφέρον ή τι φοβόταν.

Θεωρία 1: Το ελληνικό «Βαθύ Κράτος» και οι δεξιοί παρακρατικοί

Αυτή είναι η επικρατέστερη άποψη μεταξύ των σύγχρονων ερευνητών.

• Ποιος φοβόταν τον Πολκ: Ο Τζορτζ Πολκ ήταν ένας ασυμβίβαστος, ερευνητικός δημοσιογράφος του CBS. Είχε ανακαλύψει στοιχεία για τεράστια διαφθορά στην ελληνική κυβέρνηση και στη διαχείριση της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας (του Δόγματος Τρούμαν). Είχε βρει, μάλιστα, ότι κορυφαία στελέχη της τότε δεξιάς κυβέρνησης κατέθεταν εκατομμύρια δολάρια της αμερικανικής βοήθειας σε προσωπικούς λογαριασμούς στην Αγγλία. Ο Πολκ είχε απειλήσει δημόσια ότι θα τα αποκάλυπτε όλα μόλις επέστρεφε στις ΗΠΑ.

• Το συμφέρον: Η αποκάλυψη αυτή θα ήταν καταστροφική. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διακόψουν την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα, κάτι που θα σήμαινε ότι η κυβέρνηση θα έχανε τον Εμφύλιο Πόλεμο από τους κομμουνιστές. Το δεξιό παρακράτος και η ασφάλεια είχαν κάθε συμφέρον να τον «σιωπήσουν» και, στη συνέχεια, να ρίξουν το φταίξιμο στο ΚΚΕ για να πετύχουν «με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια»: να προστατεύσουν τη διαφθορά τους και να δυσφημίσουν τον αντίπαλο.

Θεωρία 2: Οι Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες (Foreign Office / IRD)

Μια μεταγενέστερη θεωρία, που στηρίζεται σε βρετανικά αρχεία, δείχνει προς το Λονδίνο.

• Ποιος φοβόταν τον Πολκ: Ο Πολκ ήταν έντονα επικριτικός για τον ρόλο των Βρετανών στην Ελλάδα. Επιπλέον, είχε σκοπό να πάει στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας για να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού (ΚΚΕ), Μάρκο Βαφειάδη.

• Το συμφέρον: Οι Βρετανοί (και ορισμένοι κύκλοι στις ΗΠΑ) φοβούνταν ότι μια τέτοια συνέντευξη από έναν τόσο διάσημο Αμερικανό δημοσιογράφο θα έδινε τεράστια πολιτική νομιμοποίηση στους αντάρτες και θα παρουσίαζε το ΚΚΕ στη διεθνή κοινή γνώμη όχι ως «ληστοσυμμορίτες» (όπως τους παρουσίαζε η προπαγάνδα), αλλά ως ένα νόμιμο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι Βρετανικές υπηρεσίες τον εκτέλεσαν για να αποτρέψουν τη συνέντευξη και να στρέψουν την Αμερική σε μια ακόμη πιο σκληρή, ολοκληρωτική στάση κατά του κομμουνισμού στην Ελλάδα.

Το κοινό συμπέρασμα

Όποιο κι αν ήταν το χέρι που πίεσε τη σκανδάλη (έλληνες παρακρατικοί ή ξένες υπηρεσίες), οι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Πολκ δολοφονήθηκε επειδή η αλήθεια του ενοχλούσε το κατεστημένο του Ψυχρού Πολέμου.

Το μεγάλο κέρδος από τον θάνατό του το είχε η τότε ελληνική κυβέρνηση και οι σκληροπυρηνικοί σύμμαχοί της: ο ενοχλητικός δημοσιογράφος σιώπησε, η αμερικανική βοήθεια συνεχίστηκε απρόσκοπτα, και η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ πείστηκε ότι οι κομμουνιστές στην Ελλάδα είναι αδίστακτοι τρομοκράτες που σκοτώνουν Αμερικανούς. Για να συντηρηθεί αυτό το αφήγημα, θυσιάστηκε η ζωή και η αξιοπρέπεια του Γρηγόρη Στακτόπουλου.


Έχετε απόλυτο δίκιο ότι το γενικό κλίμα στις ΗΠΑ το 1948 ήταν έντονα αντικομμουνιστικό. Βρισκόμαστε στην αυγή του Ψυχρού Πολέμου, ο Χάρι Τρούμαν έχει ήδη εξαγγείλει το Δόγμα Τρούμαν (Μάρτιος 1947) και η επίσημη γραμμή της Ουάσιγκτον ήταν ότι ο κομμουνισμός πρέπει να αναχαιτιστεί παντού στον κόσμο.

Ωστόσο, η αμερικανική κοινή γνώμη, ο τύπος και το Κογκρέσο δεν ήταν ένα ενιαίο, τυφλό μέτωπο που στήριζε χωρίς όρους την ελληνική κυβέρνηση. Υπήρχε μια βαθιά και σοβαρή εσωτερική κρίση στις ΗΠΑ, την οποία ο Πολκ με τις ανταποκρίσεις του ενέτεινε, και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που έγινε επικίνδυνος.

Η κατάσταση στην αμερικανική κοινή γνώμη το 1948 χαρακτηριζόταν από δύο μεγάλες αντιφάσεις:

1. Ο φόβος της «Λευκής Τρομοκρατίας» και της Διαφθοράς

Πολλοί Αμερικανοί (προοδευτικοί πολιτικοί, δημοσιογράφοι, φιλελεύθεροι πολίτες) δεν έβλεπαν την τότε ελληνική κυβέρνηση ως μια «αγνή δημοκρατία», αλλά ως ένα διεφθαρμένο, ακροδεξιό καθεστώς.

• Υπήρχε έντονη ανησυχία για τη «Λευκή Τρομοκρατία», δηλαδή τις εκτελέσεις, τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια αριστερών πολιτών από το ελληνικό κράτος και το παρακράτος.

• Οι Αμερικανοί φορολογούμενοι άρχιζαν να αναρωτιούνται: «Γιατί στέλνουμε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην Ελλάδα, όταν οι Έλληνες πολιτικοί τα κλέβουν και τα βγάζουν σε ξένες τράπεζες;»

Ο Πολκ, ως δημοσιογράφος του κορυφαίου δικτύου CBS, έδινε φωνή σε αυτή ακριβώς την πλευρά της αμερικανικής κοινής γνώμης.

2. Η απροθυμία για Στρατιωτική Εμπλοκή

Παρόλο που οι Αμερικανοί συμφωνούσαν (σε ποσοστό περίπου 56% σύμφωνα με δημοσκοπήσεις της Gallup της εποχής) να δοθεί οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα, η πλειοψηφία ήταν κατηγορηματικά αντίθετη στην αποστολή Αμερικανών στρατιωτών ή στη βαθιά στρατιωτική εμπλοκή σε έναν ξένο εμφύλιο πόλεμο, μόλις τρία χρόνια μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Γιατί η δολοφονία του Πολκ «έπρεπε» να χρεωθεί στο ΚΚΕ;

Αν ο Πολκ επέστρεφε στις ΗΠΑ και δημοσίευε τις αποδείξεις για τη διαφθορά της Αθήνας, ή αν έπαιρνε τη συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη παρουσιάζοντας τους αντάρτες ως «ιδεολόγους» και όχι ως «αιμοσταγείς πράκτορες του Στάλιν», η αμερικανική κοινή γνώμη θα μπορούσε να πιέσει το Κογκρέσο να κόψει τη χρηματοδότηση προς την Ελλάδα.

Όταν ο Πολκ βρέθηκε νεκρός, το αμερικανικό κοινό συγκλονίστηκε. Ήταν ένας δικός τους, διάσημος άνθρωπος.

• Αν η δολοφονία αποδιδόταν στο ελληνικό παρακράτος, η οργή των Αμερικανών θα στρεφόταν κατά της ελληνικής κυβέρνησης και το Δόγμα Τρούμαν θα κατέρρεε.

• Φορτώνοντας, όμως, το έγκλημα στους κομμουνιστές (μέσω της κατασκευασμένης ομολογίας του Στακτόπουλου), το αφήγημα άλλαξε 180 μοίρες. Η δολοφονία χρησιμοποιήθηκε ως η απόλυτη απόδειξη ότι οι κομμουνιστές είναι αδίστακτοι και εχθροί της ελευθερίας του λόγου.

Έτσι, η αμερικανική κοινή γνώμη συσπειρώθηκε, οι αμφιβολίες για τη διαφθορά της Αθήνας μπήκαν στο αρχείο, και το Κογκρέσο συνέχισε να στέλνει δολάρια και όπλα (όπως οι βόμβες Ναπάλμ που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στον Γράμμο) μέχρι την οριστική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού.


Ο Τζορτζ Πολκ είχε γνωρίσει στην Αθήνα τη Ρέα Κοκκώνη, η οποία εργαζόταν ως αεροσυνοδός στην τότε αεροπορική εταιρεία ΤΑΕ (την πρόδρομο της Ολυμπιακής). Έζησαν έναν πολύ σύντομο και θυελλώδη έρωτα και παντρεύτηκαν τον Νοέμβριο του 1947, μόλις επτά μήνες πριν από τη δολοφονία του. Μετά τον γάμο τους, ο Πολκ μετακόμισε μάλιστα στο πατρικό σπίτι της οικογένειας Κοκκώνη στο Κολωνάκι (στην οδό Σκουφά), το οποίο χρησιμοποιούσε και ως γραφείο του.

Όσον αφορά το αν η οικογένειά της ήταν αριστεροί, η ιστορική πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική και δείχνει πόσο πολύπλοκη ήταν η κατάσταση:

Το προφίλ της οικογένειας Κοκκώνη

Η οικογένεια Κοκκώνη (με καταγωγή από την ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου) δεν ήταν μια αριστερή ή κομμουνιστική οικογένεια. Αντίθετα, ήταν μια τυπική, ευκατάστατη, αστική οικογένεια της Αθήνας. Ο πατέρας της, Ματθαίος Κοκκώνης, ήταν ένας συντηρητικός άνθρωπος της αγοράς και η Ρέα, εργαζόμενη ως αεροσυνοδός εκείνη την εποχή, κινούνταν στους κοσμοπολίτικους και φιλελεύθερους κύκλους της πρωτεύουσας.

Γιατί, λοιπόν, δημιουργήθηκε η εντύπωση περί «αριστερών»;

Η σύνδεση της οικογένειας με την Αριστερά ήταν ένα κατασκευασμένο αφήγημα των ελληνικών αστυνομικών αρχών και της Ασφάλειας αμέσως μετά τη δολοφονία, στο πλαίσιο της προσπάθειας να ενοχοποιηθεί το ΚΚΕ:

1. Η ανάγκη για «σύνδεσμο»: Για να στηρίξει η Ασφάλεια το σενάριο ότι ο Πολκ παρασύρθηκε σε παγίδα από τους κομμουνιστές, έπρεπε να βρει έναν τρόπο με τον οποίο οι κομμουνιστές τον πλησίασαν. Άρχισαν, λοιπόν, να διαδίδουν ότι το περιβάλλον της γυναίκας του είχε «ύποπτες» ή αριστερές διασυνδέσεις, προκειμένου να δείξουν ότι ο Πολκ ήταν περικυκλωμένος από πράκτορες.

2. Η στοχοποίηση της Ρέας: Η ίδια η Ρέα Κοκκώνη-Πολκ αντιμετωπίστηκε με τεράστια εχθρότητα από τις ελληνικές αρχές μετά τον θάνατο του άνδρα της. Την ανέκριναν εξαντλητικά, την παρακολουθούσαν και προσπάθησαν να σπιλώσουν το όνομά της, παρουσιάζοντάς την σχεδόν ως «μοιραία γυναίκα» που έφερε τον Αμερικανό σε επαφή με τον αριστερό υπόκοσμο.

Στην πραγματικότητα, η Ρέα ήταν απλώς μια νεαρή γυναίκα που ερωτεύτηκε έναν ξένο, ιδεαλιστή δημοσιογράφο. Μετά τη δολοφονία και τη δικαστική παρωδία, η ζωή της καταστράφηκε και αναγκάστηκε να φύγει κακήν κακώς στις ΗΠΑ (με τη βοήθεια της οικογένειας του Πολκ και του δικτύου CBS) για να γλιτώσει από το εγχώριο παρακράτος που την απειλούσε.

Ακόμα και στον θάνατό του, πάντως, ο Πολκ έμεινε δεμένος με αυτή την οικογένεια: η σορός του τάφηκε στον οικογενειακό τάφο των Κοκκώνηδων στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.



ΕΡ

Τα αμερικανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία όπως το CBS κλπ Δεν έστειλαν ερευνητές δημοσιογράφους να ερευνήσουν το φόνο του Πολκ?

ΑΠ

Αυτό είναι το πιο ειρωνικό, τραγικό και ταυτόχρονα συναρπαστικό κομμάτι της υπόθεσης. Η σύντομη απάντηση είναι: Ναι, οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι κινητοποιήθηκαν αμέσως, αλλά η έρευνά τους έπεσε θύμα των σκοπιμοτήτων του Ψυχρού Πολέμου και της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης.

Όταν μαθεύτηκε η δολοφονία του Πολκ, επικράτησε οργή στις ΗΠΑ. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ ηγήθηκε μιας «Επιτροπής Δημοσιογράφων» για την αλήθεια, ενώ το CBS και άλλες ενώσεις δημιούργησαν τη λεγόμενη «Επιτροπή Λίπμαν» (Lippmann Committee), με επικεφαλής τον Γουόλτερ Λίπμαν, τον πιο διάσημο πολιτικό αναλυτή της Αμερικής.

Αντί όμως να στείλουν μάχιμους ρεπόρτερ, έκαναν ένα μοιραίο λάθος: προσέλαβαν ως νομικό σύμβουλο και επικεφαλής της έρευνας τον Στρατηγό Ουίλιαμ Ντόνοβαν (William "Wild Bill" Donovan).

Ποιος ήταν ο Ντόνοβαν; Ήταν ο ιδρυτής και αρχηγός της OSS κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (της υπηρεσίας που μετεξελίχθηκε στη CIA).

Η έρευνα που ακολούθησε εξελίχθηκε σε ένα απίστευτο παρασκήνιο:

1. Ο ερευνητής που βρήκε την αλήθεια και τον «έδιωξαν»

Ο Ντόνοβαν έστειλε στην Ελλάδα έναν νεαρό, ελληνοαμερικανό αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών, τον Τζέιμς Κέλλις (James Kellis), για να κάνει την έρευνα στο πεδίο.

• Ο Κέλλις άρχισε να ψάχνει βαθιά και γρήγορα κατάλαβε ότι το σενάριο της αστυνομίας περί κομμουνιστών ήταν γεμάτο τρύπες.

• Ανακάλυψε τις απειλές που είχε δεχτεί ο Πολκ από τη δεξιά κυβέρνηση και βρήκε στοιχεία για τη μαύρη αγορά και τη διαφθορά με τα αμερικανικά δολάρια.

• Μόλις ο Κέλλις έγραψε στην αναφορά του ότι «οι κομμουνιστές δεν έχουν τη δύναμη να κάνουν τέτοιο έγκλημα και τέτοια συγκάλυψη, και οι ένοχοι πρέπει να αναζητηθούν στο δεξιό παρακράτος», ο Ντόνοβαν τον ανακάλεσε αμέσως στην Ουάσιγκτον και του αφαίρεσε την υπόθεση.

2. Η «συγκάλυψη» από τους ίδιους τους δημοσιογράφους

Ο Στρατηγός Ντόνοβαν, λειτουργώντας περισσότερο ως άνθρωπος του αμερικανικού κράτους και λιγότερο ως ανεξάρτητος ερευνητής, έπεισε την Επιτροπή Λίπμαν και τα αμερικανικά δίκτυα (συμπεριλαμβανομένου του CBS) ότι «βρισκόμαστε σε πόλεμο με τον κομμουνισμό» και ότι αν κατηγορούσαν την ελληνική κυβέρνηση, θα κατέρρεε το μέτωπο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης στην Ευρώπη.

Όταν ο μικρός αδελφός του Πολκ, ο Γουίλιαμ Πολκ (ο οποίος ήταν τότε φοιτητής), προσπάθησε να συνεχίσει τη δική του έρευνα επειδή έβλεπε ότι η δίκη του Στακτόπουλου ήταν μια παρωδία, ο Ντόνοβαν πήγε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον κατήγγειλε κυνικά ως... κομμουνιστή!

Το τελικό αποτέλεσμα

Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, τυφλωμένα από τον αντικομμουνιστικό πυρετό της εποχής, αποδέχτηκαν τη βολική αλήθεια που τους σέρβιρε η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Έτσι, το CBS και η Επιτροπή Λίπμαν «έκλεισαν» τα μάτια τους μπροστά στα βασανιστήρια του Στακτόπουλου.

Χρειάστηκαν να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70 και το 1980, για να αρχίσουν ανεξάρτητοι Αμερικανοί και Έλληνες ερευνητές (όπως η Κατι Μάρτον στο βιβλίο της The Polk Conspiracy) να ξεσκονίζουν τα αρχεία της CIA και να αποδείξουν με έγγραφα πλέον το μέγεθος της αμερικανικής συνενενοχής στη συγκάλυψη του εγκλήματος.


Τα έγγραφα που έχουν αποχαρακτηριστεί (declassified) τις τελευταίες δεκαετίες μέσω του νόμου FOIA (Freedom of Information Act) στις ΗΠΑ είναι άκρως αποκαλυπτικά.

Αν και οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν άφησαν μια ξεκάθαρη «ομολογία» (smoking gun) στα χαρτιά τους που να λέει «εμείς τον σκοτώσαμε» ή «ξέρουμε ακριβώς ποιος δεξιός παρακρατικός το έκανε», τα έγγραφα της CIA, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και των αρχείων του Αμερικανικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτουν ανάγλυφα τον μηχανισμό της συνωμοσίας συγκάλυψης (cover-up).

Τα βασικά στοιχεία που ήρθαν στο φως από τα επίσημα έγγραφα περιλαμβάνουν:

1. Η υπόθεση James Kellis (Η μεγαλύτερη απόδειξη)

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα επιβεβαίωσαν πλήρως την ιστορία του Ελληνοαμερικανού ερευνητή της OSS/CIA, Τζέιμς Κέλλις. Στις αναφορές του προς τον Στρατηγό Ντόνοβαν, ο Κέλλις έγραφε ρητά ότι η ελληνική αστυνομία κατασκεύαζε στοιχεία και ότι ήταν αδύνατον να κρύβεται το ΚΚΕ πίσω από τη δολοφονία.

Τα έγγραφα δείχνουν ότι μόλις ο Κέλλις άγγιξε τη διαφθορά της ελληνικής κυβέρνησης, η CIA και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τον ανάγκασαν να σιωπήσει, απομακρύνοντάς τον από την Ελλάδα.

2. Οι «τρύπες» και οι αντιφάσεις που γνώριζε η CIA

Στα τηλεγραφήματα της CIA από τον Μάιο και Ιούνιο του 1948 (αμέσως μετά τον φόνο), φαίνεται ότι οι Αμερικανοί αναλυτές γνώριζαν από την πρώτη στιγμή ότι η επίσημη ελληνική εκδοχή ήταν διάτρητη:

• Σημείωναν ότι η ταυτότητα του Πολκ είχε βρεθεί σε ένα γραμματοκιβώτιο, ταχυδρομημένη με λάθος ορθογραφία προς το αστυνομικό τμήμα, κάτι που έδειχνε επαγγελματική σκηνοθεσία για να βρεθεί το πτώμα.

• Αναγνώριζαν ότι ο Πολκ είχε «εκτελεστεί» (δεμένος πισθάγκωνα, με σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού) και ότι η πράξη απαιτούσε ελεύθερη κίνηση στην ελεγχόμενη από τον στρατό Θεσσαλονίκη, κάτι σχεδόν αδύνατο για κομμουνιστές αντάρτες εκείνη την περίοδο.

3. Το «Μυστήριο» των κατεστραμμένων αρχείων

Όταν ο αδελφός του δημοσιογράφου, Γουίλιαμ Πολκ, και η ιστορικός Κάτι Μάρτον πίεσαν δικαστικά τη CIA τη δεκαετία του '80 και του '90 για να ανοίξουν όλοι οι φάκελοι, η υπηρεσία παραδέχτηκε κάτι σοκαριστικό: πολλοί από τους κρίσιμους φακέλους για την υπόθεση Πολκ είχαν «καταστραφεί» στο πλαίσιο «ρουτίνας».

Η καταστροφή αυτών των συγκεκριμένων εγγράφων ενίσχυσε την πεποίθηση των ιστορικών ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες προσπάθησαν να σβήσουν τα ίχνη της δικής τους εμπλοκής ή της ανοχής τους απέναντι στο ελληνικό παρακράτος.

4. Πολλά έγγραφα με «μαύρα κουτάκια» (Excised Documents)

Ακόμα και σήμερα, πολλά από τα έγγραφα που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα από τη CIA (και είναι προσβάσιμα στο National Security Archive) είναι γεμάτα με σβησμένα ονόματα, ημερομηνίες και ολόκληρες παραγράφους. Η δικαιολογία της CIA είναι η «προστασία των πηγών και των μεθόδων», αλλά για τους ερευνητές είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να προστατεύουν τα ονόματα των Ελλήνων αξιωματούχων ή των πρακτόρων που έκαναν τη «βρώμικη δουλειά».

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, λοιπόν, δεν δίνουν το όνομα του δολοφόνου, αλλά αποδεικνύουν περίτρανα τη συνωμοσία της σιωπής: δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον ήξερε πολύ καλά ότι ο Στακτόπουλος ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, αλλά προτίμησε να θυσιάσει την αλήθεια για να μην κινδυνεύσει η γεωπολιτική της επικράτηση στην Ελλάδα.



ΕΡ

Ότι οι αμερικάνοι ήξεραν ότι το δεξιό παρακράτος στην Ελλάδα έτρωγε μεγάλο μέρος από τα λεφτά της βοήθειας που παρείχε το αμερικανικό κράτος στην Ελλάδα, σημαίνει ότι ένα μέρος των χρημάτων πήγαινε σε αμερικανικές τσέπες ή απλά έκαναν το κορόιδο για να μην τα χαλάσουν με τους έλληνες δεξιούς?

ΑΠ

Η ιστορική πραγματικότητα δείχνει ότι συνέβαιναν και τα δύο, αλλά η ζυγαριά έκλινε συντριπτικά προς το δεύτερο: έκαναν το κορόιδο για γεωπολιτικούς λόγους.

Αν αναλύσουμε τα στοιχεία της εποχής, η στάση των Αμερικανών απέναντι στη διασπάθιση του χρήματος του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ στην Ελλάδα χωρίζεται σε δύο επίπεδα:

1. Το «κάνω το κορόιδο» (Η γεωπολιτική σκοπιμότητα)

Για την Ουάσιγκτον το 1948, η προτεραιότητα ήταν μία και απόλυτη: να μην πέσει η Ελλάδα στα χέρια των κομμουνιστών.

Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι στην Αθήνα (όπως ο επικεφαλής της Αμερικανικής Αποστολής, Ντουάιτ Γκρίζγουολντ) έβλεπαν τη διαφθορά, έβλεπαν ότι τα λεφτά κατέληγαν σε μαύρη αγορά, σε χρυσές λίρες και σε προσωπικούς λογαριασμούς Ελλήνων πολιτικών και παρακρατικών στην Ελβετία και το Λονδίνο.

Όμως, οι Αμερικανοί ήξεραν ότι αν πίεζαν υπερβολικά την ελληνική κυβέρνηση, αν έκοβαν τη χρηματοδότηση ή αν οδηγούσαν σε κατάρρευση το δεξιό πολιτικό κατεστημένο, το μέτωπο του Εμφυλίου θα διαλυόταν. Η Αριστερά θα κέρδιζε και η Ελλάδα θα γινόταν μέρος του σοβιετικού μπλοκ. Έτσι, εφάρμοσαν το κυνικό δόγμα της εξωτερικής πολιτικής: «Είναι καθάρματα, αλλά είναι τα δικά μας καθάρματα». Προτίμησαν να ανεκτούν τη διαφθορά, θεωρώντας την ως ένα αναγκαίο «κόστος» για τη νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο.

2. Πήγαιναν λεφτά σε «αμερικανικές τσέπες»;

Ναι, αλλά όχι με τη μορφή της κλασικής «αρπαχτής» ή της δωροδοκίας κάποιου Αμερικανού πράκτορα. Το σύστημα ήταν πιο θεσμικό:

• Αμερικανικές Εταιρείες: Ένα τεράστιο μέρος των χρημάτων της βοήθειας δεν έφτανε ποτέ σε μετρητά στην Ελλάδα. Ήταν «δεμένο» με την υποχρέωση η Ελλάδα να αγοράζει όπλα, εφόδια, μηχανήματα και υπηρεσίες αποκλειστικά από αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες (πολεμική βιομηχανία, κατασκευαστικές κλπ.). Έτσι, τα δολάρια των Αμερικανών φορολογουμένων επέστρεφαν κατευθείαν στις τσέπες της αμερικανικής ελίτ.

• Μισθοί και προνόμια: Τα στελέχη της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα ζούσαν μια προκλητικά πλούσια ζωή στην Αθήνα της πείνας και του πολέμου. Οι μισθοί τους, τα σπίτια τους στο Ψυχικό και την Κηφισιά, και τα προνόμιά τους πληρώνονταν από αυτά τα κονδύλια.

Η «κόκκινη γραμμή» που ξεπέρασε ο Πολκ

Οι Αμερικανοί, λοιπόν, ήταν διατεθειμένοι να κάνουν τα στραβά μάτια στη διαφθορά της Αθήνας, αρκεί αυτή να έμενε κρυφή.

Ο Τζορτζ Πολκ έγινε θανάσιμα επικίνδυνος επειδή αποφάσισε να σπάσει αυτή τη σιωπή. Ήθελε να πει στην αμερικανική κοινή γνώμη την αλήθεια: ότι τα δικά τους λεφτά χρηματοδοτούσαν ένα διεφθαρμένο καθεστώς. Όταν το ελληνικό παρακράτος κατάλαβε ότι ο Πολκ θα τους τίναζε την «πάντα» στον αέρα, τον εξόντωσε. Και η αμερικανική κυβέρνηση, πιστή στη γεωπολιτική της σκοπιμότητα, βοήθησε στη συγκάλυψη, επιλέγοντας για άλλη μια φορά να κάνει το κορόιδο για να μην τα χαλάσει με τους Έλληνες συμμάχους της.









Gemini AI γιά τον φόνο του Πολκ

  Αναφέρεστε σε μία από τις πιο σκοτεινές και εμβληματικές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογρ...